Επτά μέρες νηστείας αρκούν για να προκαλέσουν χάος στο σώμα σου
Οι διάφορες μορφές νηστείας βάζουν τον οργανισμό σε κατάσταση «συναγερμού» και δεν χάνεται μόνο λίπος όπως δείχνει νέα μελέτη.
Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη παρουσιάζει τι συμβαίνει πραγματικά στο ανθρώπινο σώμα, όταν κάποιος δεν τρώει τίποτα για αρκετές ημέρες, συγκεκριμένα για επτά μέρες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η νηστεία δεν περιορίζεται απλώς στο κάψιμο λίπους, αλλά προκαλεί πολύ πιο βαθιές αλλαγές σε ολόκληρο τον οργανισμό, επηρεάζοντας ακόμα και τον εγκέφαλο, το ανοσοποιητικό και τον τρόπο που λειτουργεί ο μεταβολισμός.
Πώς αντιδρά το σώμα τις πρώτες ημέρες χωρίς τροφή
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το σώμα δεν αντιδρά άμεσα με τον ίδιο τρόπο από την πρώτη μέρα. Στην αρχή χρησιμοποιεί τα αποθέματα γλυκόζης από το φαγητό που έχει ήδη καταναλωθεί και στη συνέχεια περνά σταδιακά στο λίπος ως βασική πηγή ενέργειας. Όμως, οι πιο έντονες και «βαθιές» βιολογικές αλλαγές φαίνεται να εμφανίζονται περίπου μετά την τρίτη μέρα χωρίς τροφή, όταν το σώμα μπαίνει σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση λειτουργίας.
Για να φτάσουν σε αυτά τα συμπεράσματα, οι επιστήμονες παρακολούθησαν 12 υγιείς εθελοντές που έκαναν πλήρη νηστεία μόνο με νερό για επτά ημέρες. Κατά τη διάρκεια του πειράματος έπαιρναν καθημερινά δείγματα αίματος, ώστε να καταγραφούν οι αλλαγές σε περίπου 3.000 διαφορετικές πρωτεΐνες, οι οποίες δίνουν πληροφορίες για το τι συμβαίνει σε όργανα και ιστούς.
Τι είδαν οι ερευνητές
Όπως ήταν αναμενόμενο, μέσα στις πρώτες δύο με τρεις ημέρες το σώμα πέρασε από τη χρήση σακχάρου στην καύση λίπους. Οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο 5,7 κιλά, όμως μέρος αυτής της απώλειας ήταν μυϊκή μάζα, η οποία επανήλθε σε μεγάλο βαθμό όταν ξανάρχισαν να τρώνε, ενώ η απώλεια λίπους διατηρήθηκε περισσότερο.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα όμως ήταν άλλο: οι μεγάλες αλλαγές σε μοριακό επίπεδο δεν ξεκινούν από την πρώτη μέρα, αλλά περίπου μετά την τρίτη ημέρα νηστείας. Πάνω από το ένα τρίτο των πρωτεϊνών που εξετάστηκαν άλλαξαν σημαντικά, δείχνοντας ότι ο οργανισμός περνά σε μια πιο «συντονισμένη» κατάσταση προσαρμογής. Μερικές από αυτές τις αλλαγές σχετίζονταν με δομές που στηρίζουν τους ιστούς, ακόμα και με περιοχές που επηρεάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι αυτό δείχνει πως το σώμα δεν αντιδρά απλά χαοτικά στην έλλειψη τροφής, αλλά ακολουθεί ένα οργανωμένο βιολογικό πρόγραμμα επιβίωσης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτά τα δεδομένα μπορούν να βοηθήσουν στο να κατανοηθεί καλύτερα γιατί η νηστεία συνδέεται σε κάποιες μελέτες με οφέλη πέρα από την απώλεια βάρους, όπως καλύτερη μεταβολική υγεία ή μείωση φλεγμονής.
Παράλληλα, εξετάστηκαν και γενετικά δεδομένα από μεγαλύτερες βάσεις πληθυσμών, τα οποία έδειξαν ότι οι αλλαγές που προκαλεί η νηστεία μπορεί να επηρεάζουν βιολογικές οδούς που σχετίζονται με ασθένειες, τη φλεγμονή και την υγεία του εγκεφάλου. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι η νηστεία ίσως στο μέλλον βοηθήσει στην ανάπτυξη θεραπειών που θα μιμούνται κάποιες από αυτές τις επιδράσεις, χωρίς να χρειάζεται πολύωρη ή πολυήμερη αποχή από το φαγητό.
Η άλλη πλευρά της νηστείας
Ωστόσο, οι ερευνητές ξεκαθαρίζουν ότι η παρατεταμένη νηστεία δεν είναι ακίνδυνη. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να προκαλέσει αυξημένη φλεγμονή, αλλαγές στην πήξη του αίματος και ενεργοποίηση αιμοπεταλίων, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος αφυδάτωσης, ηλεκτρολυτικών διαταραχών, ζαλάδων και απώλειας μυϊκής μάζας. Για αυτό τον λόγο, δεν συνιστάται χωρίς ιατρική παρακολούθηση, ειδικά σε άτομα με χρόνια νοσήματα όπως διαβήτη ή καρδιαγγειακά προβλήματα.
Το πιο σημαντικό στοιχείο για τους επιστήμονες είναι το «πότε» συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές. Φαίνεται ότι οι πιο βαθιές βιολογικές μετατοπίσεις δεν εμφανίζονται στις σύντομες νηστείες, αλλά μετά από αρκετές ημέρες μηδενικής πρόσληψης θερμίδων. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί η νηστεία έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά σε διάφορες πρακτικές υγείας και ανοίγει τον δρόμο για νέες θεραπείες, χωρίς ακραία αποχή από την τροφή, που θα αξιοποιούν τα ίδια βιολογικά μονοπάτια.